Μολάσσα.

1. Γενικά περί μολάσσας.

Η μολάσσα είναι ένας ετερογενής ιζηματογενής σχηματισμός, που αποτελείται από αλλεπάλληλες στρώσεις κροκαλοπαγών, ψαμμιτών και μαργών. Μπορεί να περιλαμβάνει  θαλάσσιες μάργες, χερσαίες αποθέσεις (κροκαλοπαγή και ψαμμίτες), λιγνίτες, εβαπορίτες (γύψους) κλπ. Γενικά, η απόθεση των μολασσικών ιζημάτων έγινε σε μικρό βάθος και  το περιβάλλον ιζηματογένεσης ποικίλλει έντονα. Διακρίνουμε μολάσσες αλμυρών, υφάλμυρων και γλυκών νερών, καθώς και μολάσσες που δημιουργήθηκαν σε χερσαίο περιβάλλον, δηλαδή με πολύ μικρή συμμετοχή νερού.

Η ηλικία της μολάσσας είναι γενικώς μειοκαινική - πλειοκαινική. Όμως, είναι δύσκολο να προσδιορισθεί η ηλικία με ακρίβεια, διότι συνήθως η αλληλουχία των στρωμάτων διαταράχθηκε λόγω τεκτονικών μετακινήσεων, που συνέβησαν κατά την διάρκεια ή μετά την απόθεση των ιζημάτων. Χαρακτηριστικό φαινόμενο είναι η αφθονία και η ποικιλία των υλικών ιζηματογένεσης, καθώς και η συχνή μεταβολή των συνθηκών απόθεσης. Η αφθονία των υλικών δείχνει γειτνίαση με περιοχές έντονου ανάγλυφου, με μεγάλες επιφανειακές κλίσεις και έντονη διάβρωση.

Η μολάσσα, όταν σχηματίζεται μέσα σε ρηχή θάλασσα, περιέχει άφθονο μαργαϊκό υλικό (μείγμα αργίλων και ασβεστίτη) και έχει συνήθως χρώμα κίτρινο, υπόλευκο ή πράσινο. Το χρώμα αυτό χαρακτηρίζει λίγο ή πολύ όλους τους νεογενείς σχηματισμούς της Ελλάδας και οφείλεται στην παρουσία του φυλλοπυριτικού ορυκτού γλαυκοφανής, συνηθισμένου συστατικού των αργίλων.

Η μολάσσα είναι πολύ διαδεδομένη στην Ελλάδα. Όμως, στους γεωλογικούς χάρτες σπανίως αναφέρεται ως μολάσσα, δηλαδή ως ένας ενιαίος σχηματισμός, αλλά συνήθως διαχωρίζεται σε διάφορες λιθολογικές φάσεις (μάργες, ψαμμίτες, κροκαλοπαγή κλπ.) στις οποίες γίνεται προσπάθεια να αποδοθεί μια ηλικία.

Οι ηλικίες που προσδιορίζονται από απολιθώματα περιεχόμενα μέσα στην μολάσσας πρέπει να ελέγχονται σχολαστικά, διότι συχνά τα στρώματα της μολάσσας μπορεί να έχουν μετακινηθεί και επανατοποθετηθεί σε θέσεις διαφορετικές από την αρχική τους. Οι τεκτονικές μετακινήσεις της μολάσσας οφείλονται σε τεκτογενετικές και ορογενετικές  διεργασίες, που συνέβησαν μετά το τέλος του Μειοκαίνου (Μεσσήνιο), πιθανότατα κατά το κατώτερο Πλειόκαινο.

Με τον όρο τεκτογενετικές διεργασίες εννοούμε την επώθηση των διαφόρων ενοτήτων των μεσοζωικών ασβεστόλιθων της Ελλάδας, επί ενός υποβάθρου που σχηματιζόταν από την σχιστοκερατολιθική διάπλαση, τον φλύσχη και την μολάσσα, και η οποία έλαβε χώρα μετά το Μεσσήνιο. Με τον όρο ορογενετικές διεργασίες εννοούμε την συνολική πτύχωση των δομών που σχηματίσθηκαν κατά την τεκτογένεση, και την δημιουργία των μεγάλων αντικλίνων, που αντιστοιχούν σήμερα στις οροσειρές της Ελλάδας. Επομένως η ορογένεση είναι μεταγενέστερη της τεκτογένεσης και πιθανότατα έχει κάτω-πλειοκαινική ηλικία, όπως αναφέραμε πιο πάνω.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η μολάσσα οφείλει την δημιουργία της στην αφθονία των κλαστικών υλικών που παρήχθησαν κατά την φάση της επώθησης των ασβεστολιθικών καλυμμάτων επί των σχηματισμών του υποβάθρου.

Το πάχος της μολάσσας, σε ορισμένες περιοχές, όπως π.χ. στην λεκάνη των Γρεβενών (Μεσοελληνική Αύλακα), μπορεί να υπερβαίνει τα 1000 μ. Συνήθως, όμως, είναι πολύ μικρότερο. Μολάσσες εμφανίζονται σε όλες τις μεγάλες πεδιάδες της Ελλάδας (Θεσσαλία, Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία, Κρήτη κλπ.).

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Βόρειας Πελοποννήσου, όπου η μολάσσα έχει πτυχωθεί και έχει ανυψωθεί φθάνοντας σε  μεγάλα υψόμετρα, όπως χαρακτηριστικά παρατηρείται στην Ορεινή Κορινθία.


2. Προέλευση της μολάσσας.

Προσεκτική παρατήρηση της μολάσσας δείχνει ότι αυτή σχηματίσθηκε, όπως όλα τα ιζηματογενή πετρώματα, σε τέσσερα στάδια: α) διάβρωση και αποσάθρωση, β) μεταφορά, γ) απόθεση και δ) διαγένεση. Για τον λόγο αυτόν, η μολάσσα μπορεί να θεωρηθεί σαν ιζηματογενές πέτρωμα. Όμως, λόγω της έντονης τεκτονικής δραστηριότητας, που εξελισσόταν ταυτόχρονα με την ιζηματογένεση, μερικά από τα παραπάνω στάδια παρουσιάζουν ιδιαιτερότητες, που τυπικά απαντώνται μόνο στην μολάσσα.

Το βασικό στοιχείο, που καθορίζει την μολάσσα είναι η προέλευσή της. Η μολάσσα σχηματίσθηκε, όπως αναφέραμε, κατά την φάση της Τεκτογένεσης, η οποία ισοδυναμεί με την επώθησης της Ευρασιατικής πλάκας επί της Αφρικανικής ή, αντίστροφα, με την υποβύθιση (subduction) της Αφρικανική πλάκας κάτω από την Ευρασιατική. Η Ευρασιατική πλάκα αντιπροσωπεύεται από τους ασβεστολιθικούς σχηματισμούς που απαρτίζουν τις διάφορες "τεκτονικές ζώνες" της Ελλάδας (Πελαγονικής, Υποπελαγονικής, Παρνασσού, Πίνδου, Τρίπολης, Ιονίου). Η Αφρικανική πλάκα αντιπροσωπεύεται από τους οφιόλιθους, την σχιστοκερατολιθική διάπλαση και τον φλύσχη, δηλαδή από τους ωκεάνιους σχηματισμούς της Τηθύος.

Οι μολασσικοί σχηματισμοί έχουν παρεισφρήσει μεταξύ των δύο πλακών. Δηλαδή, με την ευρεία έννοια του όρου, η μολάσσα αποτελεί το τεκτονικό λατυποπαγές της επώθησης (ή υποβύθισης), δηλαδή είναι το υλικό της τεκτονικής διάβρωσης και αποσάθρωσης, που δημιουργείται και εγκλωβίζεται ανάμεσα στις δύο πλάκες, κατά την μετακίνησή τους.


3. Σχέση Μολάσσας και Φλύσχη.

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι ουδεμία σχέση υπάρχει μεταξύ μολάσσας και φλύσχη. Το επισημαίνω αυτό, διότι παλαιότεροι ερευνητές είχαν υποστηρίξεί ότι ο φλύσχης και η μολάσσα έχουν παρόμοια προέλευση, δηλαδή ότι προέρχονται από την διάβρωση και μεταφορά υλικών αναδυομένων οροσειρών και ότι η μόνη διαφορά τους είναι ότι ο φλύσχης αποτίθεται στο μέτωπο, ενώ η μολάσσα στα μετόπισθεν της αναδυόμενης οροσειράς. Αυτά όμως είναι ανακριβή και δεν επαληθεύθηκαν από τις παρατηρήσεις μου, στην Ελλάδα.

Αντίθετα, πολλές παρατηρήσεις μου στην Ελλάδα, δείχνουν ότι η μολάσσα αποτέθηκε στο μέτωπο των επωθούμενων ασβεστολιθικών καλυμμάτων, που, όπως ανέφερα, ανήκουν στην Ευρασιατική πλάκα.

Ο φλύσχης ανήκει στην ωκεάνια Αφρικανική πλάκα, και σχηματίσθηκε από τα λεπτόκοκκα αργιλοπυριτικά υλικά που αιωρούνται στο θαλάσσιο νερό και αποτέθηκαν επάνω από τους οφιόλιθους του πυθμένα, σε συνθήκες πολύ μεγάλου βάθους, όπου απουσιάζει παντελώς η ασβεστολιθική ιζηματογένεση. Τα βαθύτερα στρώματα του φλύσχη, τα ευρισκόμενα ακριβώς επάνω από του οφιόλιθους, με την πάροδο του χρόνου, μεταμορφώθηκαν ελαφρά και μετατράπηκαν σε σχιστοκερατόλιθους. Ίσως η μεταμόρφωση αυτή να υποβοηθήθηκε και από το βάρος της επωθούμενης Ευρασιατικής πλάκας, κατά την φάση της τεκτογένεσης, όπως ανέφερα. Φυσικά, εννοείται ότι όλα αυτά τα φαινόμενα προηγήθηκαν της ορογένεσης.

Με την έναρξη της ορογένεσης, αμφότερες οι πλάκες πτυχώθηκαν, με αποτέλεσμα οφιόλιθοι, σχιστοκερατόλιθοι, φλύσχης, μολάσσα και ασβεστολιθικά καλύμματα να πτυχωθούν σε αντίκλινα να ανυψωθούν κατά μερικές χιλιάδες μέτρα και να σχηματίσουν τα σημερινά όρη.

Με άλλα λόγια, η ηλικία της ορογένεσης είναι μετά-μολασσική, δηλαδή, πιθανότατα Κάτω-Πλειοκαινική.     


4. Πάχος της Μολάσσας.

Το πάχος της μολάσσας εξαρτάται από τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά την εποχή της μετακίνησης των πλακών. Σε πολλές περιπτώσεις, οι ασβεστόλιθοι της Ευρασιατικής πλάκας είναι επωθημένοι κατ' ευθείαν επάνω στους ωκεάνιους σχηματισμούς (π.χ. οφιόλιθους, σχιστοκερατόλιθους και φλυσχοειδή) της υποκείμενης Αφρικανικής πλάκας, οπότε η μολάσσα λείπει εντελώς.  Σε άλλες περιπτώσεις το πάχος της ξεπερνά τα 1000 μ. Το φαινόμενο αυτό υποδηλώνει, ίσως, ότι ο πυθμένας της θάλασσας, επί του οποίου αποτέθηκε η μολάσσα, δεν ήταν εντελώς επίπεδος, αλλά σχημάτιζε κοιλώματα (λεκάνες), οι οποίες μπορούσαν να συγκρατήσουν στο εσωτερικό τους μεγάλες ποσότητες κλαστικών υλικών. Παράδειγμα τέτοιας λεκάνης είναι η λεγόμενη Μέσο-ελληνική αύλακα, στην Δυτική Μακεδονία.


5. Μολάσσα και Καρνεόλες.

Η μολάσσα, ως τεκτονικό λατυποπαγές που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στην Αφρικανική και Ευρασιατική πλάκα, περιέχει υλικά προερχόμενα και από τις δύο πλάκες. Έτσι, είναι πολύ συνηθισμένο φαινόμενο, μέσα σε ένα μολασσικό κροκαλοπαγές να παρατηρείται συνύπαρξη υλικών ποικίλης προέλευση, όπως π.χ. οφιολιθικές λάβες, περιδοτίτες, κερατόλιθοι, φλύσχης, γνεύσιοι, ασβεστόλιθοι, μάρμαρα κλπ.

Μεγάλη συσσώρευση μολάσσας γίνεται κυρίως στο μέτωπο της επωθούμενης Ευρασιατικής πλάκας. Σήμερα, στον ελληνικό χώρο, τέτοιες μεγάλες συσσωρεύσεις απαντώνται κυρίως στα Ιόνια Νησιά και στην Κρήτη. Στις περιοχές αυτές, η κοκκομετρία των υλικών της μολάσσας κυμαίνεται μεταξύ εκπληκτικών ορίων. Υπάρχουν από πολύ λεπτόκοκκα υλικά, όπως οι λιμναίες άργιλοι και οι πελαγικές μάργες, μέχρι κροκάλες διαμέτρου δεκάδων cm. Ακόμη μεγαλύτερα τεμάχη, μέχρι διαμέτρου δεκάδων μέτρων, είναι δυνατόν να υπάρξουν, ως ογκόλιθοι ακανόνιστου σχήματος, που έχουν τσιμεντωθεί μεταξύ τους με ανθρακικό ή μαργαϊκό υλικό ή με terra rossa.

Τα πολύ μεγάλα τεμάχη της μολάσσας, είναι δυνατόν να έχουν χαρτογραφηθεί στους γεωλογικούς χάρτες ως ολισθόλιθοι, ή ως klippen (τεκτονικά ράκη), που κατά κανόνα περιέχουν πετρώματα από την επωθούμενη πλάκα, δηλαδή είναι ασβεστολιθικά ή ισχυρώς μεταμορφωμένα πετρώματα, όπως οι γνεύσιοι.

Στην Κρήτη, οι παρατηρήσεις μου δείχνουν ότι τα ασβεστολιθικά καλύμματα της Τρίπολης και των πλακωδών ασβεστόλίθων (Plattenkalk ή ενότητα της Ίδης), τοποθετήθηκαν είτε απ' ευθείας επί των φυλλιτών, είτε επί του μειοκαινικών μαργών, που είχαν ήδη αποτεθεί επί των φυλλιτών πριν από την έναρξη των επωθήσεων.

Η επωθήσεις των ασβεστολιθικών σειρών συνοδεύθηκαν από τον κατακερματισμό των πετρωμάτων, τόσο του υποβάθρου, όσο και των επωθούμενων σειρών. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τον σχηματισμό μιας παχιάς ζώνης επώθησης συγκροτούμενης από πολύμεικτα λατυποπαγή. Τα λατυποπαγή αυτά έχουν συχνά μια χαοτική διάταξη στον χώρο και το πάχος τους μπορεί να ξεπερνά τα 200 m. Πολλές φορές περιέχουν ογκόλιθους μεγέθους δεκάδων ή εκατοντάδων μέτρων, απομονωμένους από το μητρικό ασβεστολιθικό κάλυμμα. 

Στη διεθνή βιβλιογραφία, τα χαοτικά αυτά λατυποπαγή ονομάζονται Καρνεόλες (Cargneules). Διακρίνονται εύκολα από τα μητρικά ασβεστολιθικά πετρώματα από το γεγονός ότι είναι καταθρυμματισμένοι σχηματισμοί, συχνά δολομιτιωμένοι, και μέσα στις διακλάσεις τους περιέχεται αρκετή κίτρινη ή ερυθρά άργιλο, που δίνει στο πέτρωμα πορτοκαλί χρώμα.  Φυσικά, το κίτρινο χρώμα οφείλεται στην συμμετοχή μέσα στο πέτρωμα των μαργών του Νεογενούς, που κατά κανόνα, έχουν κίτρινο χρώμα.

Καρνεόλες, σε μεγάλη ποικιλία τύπων και μορφών, μπορεί να παρατηρήσει κανείς μέσα στην πόλη του Αγίου Νικολάου, καθόσον όλοι οι λοφίσκοι της πόλης αποτελούνται από τέτοια πετρώματα.

Στην Δυτική Ελλάδα, στα Ιόνια Νησιά και την Ήπειρο, υπάρχουν εκτεταμένες εμφανίσεις καρνεολών, στην βάση της επωθημένου καλύμματος των ασβεστόλιθων της Ιονίου "ενότητας" ή "ζώνης". Ουσιαστικά πρόκειται για ασβεστολιθικά λατυποπαγή και κροκαλοπαγή, αποτελούμενα από τεμάχη τριαδικών ασβεστόλιθων, που έχουν αναμιχθεί με μειοκαινικές μάργες, ψαμμίτες, και εβαπορίτες (γύψος και ορυκτό αλάτι). Η μολάσσα αυτή, από παλαιότερους ερευνητές δεν αναγνωρίσθηκε σωστά και θεωρήθηκε ότι αποτελεί το κατώτερο ή αρχαιότερο στρώμα της Ιονίου Ζώνης, οι δε εβαπορίτες θεωρήθηκαν ότι είναι τριαδικής ηλικίας αντί μειοκαινικής που είναι το ορθόν.

Το ίδιο ισχύει και για τους εβαπορίτες (κοιτάσματα γύψου) που συναντώνται στην Κρήτη. Αναφέρω μερικές περιοχές:

α) Σητεία, μεταξύ των χωριών Σκορδίλο και Χρυσοπηγή, στην θέση <679642, 3886752>, μέσα στην μολάσσα που υπόκειται των Plattenkalk και των ασβεστόλιθων της Τρίπολης,

β) Μόχλος (μεταξύ Αγ. Νικολάου και Σητείας), επίσης μέσα στην μολάσσα που υπόκειται των Plattenkalk,

γ) Πλουτή (βορείως των Αγ. Δέκα στην πεδιάδα της Μεσαράς),

δ) Προφήτης Ηλίας και Φοινικιά (νοτιανατολικά του Ηρακλείου),

ε) Μονή Χρυσοσκαλίτισσας, στο δυτικό άκρο της Κρήτης, μέσα στην μολάσσα που υπόκειται των ασβεστόλιθων της Τρίπολης.      


6. Μολάσσα και λατεριτικά κοιτάσματα.
 
(Υπό προετοιμασία)


7. Κοκκομετρικά χαρακτηριστικά της μολάσσας.

Η κοκκομετρική σύνθεση των υλικών της μολάσσας ποικίλλει μεταξύ ευρέων ορίων. Υπάρχουν λατυποπαγή ή κροκαλοπαγή με ελάχιστη άργιλο, τσιμεντωμένα με ασβεστιτικό υλικό, πολύ συνεκτικά, και από την άλλη πλευρά, κροκαλοπαγή, που περιέχουν κροκάλες και μάργες ή λεπτούς ψαμμίτες σε διάφορες αναλογίες, τα οποία μπορεί να είναι πολύ χαλαρά.

Η συσσώρευση της μολάσσας γίνεται τόσο στο μέτωπο της επωθούμενη πλάκας, όσο και κάτω από αυτήν, ανάμεσα στις δύο πλάκες. Τα υλικά της μολάσσας, κινούμενα μεταξύ των δύο πλακών, μπορεί να διανύσουν αποστάσεις εκατοντάδων χλμ. και αναμιχθούν τυχαία μεταξύ τους, μέχρι να αποτεθούν οριστικά σε ένα σημείο, όπως π.χ. μέσα σε μια τοπική ταπείνωση της μορφολογίας του ωκεάνιου πυθμένα. Αυτή η συσσώρευση γίνεται ανώμαλα και συνήθως δεν παρατηρούνται μεταβατικά επικλυσιγενή στρώματα μεταξύ των ωκεάνιων σχηματισμών και της μολάσσας.

Τα υλικά της μολάσσας, λόγω της τριβής στην οποία υπόκεινται μεταξύ τους, έχουν την τάση να στρογγυλοποιούνται και από γωνιώδη τεμάχια (λατύπες) να μεταπίπτουν σε στρόγγυλα (κροκάλες). Η στρογγυλοποίηση είναι συνάρτηση της απόστασης μεταφοράς. Συνήθως οι κροκάλες είναι λείες και ελαφρά πεπλατυσμένες. Είναι περισσότερο πεπλατυσμένες από τις ποτάμιες και λιγότερο από τις θαλάσσιες.  

Τα μολασσικά ιζήματα εμφανίζουν συνήθως στρώση, που ομοιάζει με των άλλων ιζηματογενών πετρωμάτων. Όμως οι στρώσεις της μολάσσας είναι ακανόνιστες και σπανίως εκτείνονται σε μεγάλη έκταση. Οι στρώσεις μπορεί να οφείλονται σε κανονική ιζηματογένεση, δηλαδή σε κατακρήμνιση υλικών μέσα σε υδάτινο περιβάλλον, όμως, συνηθέστερα, οφείλονται σε οριζόντια ολίσθηση, που λαμβάνει χώρα μεταξύ των κόκκων του πετρώματος, κάτω από την επίδραση των τεραστίων πιέσεων των δύο μετακινούμενων πλακών.

Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της μολάσσας, που μας επιτρέπει να την διακρίνουμε από τις τεταρτογενείς αποθέσεις, είναι η απουσία της κοκκομετρικής διαλογής που εμφανίζουν τα υλικά της. Π.χ. ένα πέτρωμα αποτελούμενο κατά 50% από μεγάλες κροκάλες και κατά 50% από ψαμμίτες και μάργες, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να αντιστοιχεί σε μολάσσα. Το φαινόμενο αυτό δεν παρατηρείται στα ιζήματα που σχηματίζονται από τους ποταμούς και τους χείμαρρους, διότι, κατά την μεταφορά απόθεση των υλικών τους, γίνεται  διαλογή, με αποτέλεσμα τα στρώματα που σχηματίζονται, τελικά, να έχουν, κατά την οριζόντια έννοια, μια  σχετικώς ομοιόμορφη κοκκομετρία.

Επειδή, η επώθηση της Ευρασιατικής πλάκας επί της Αφρικανικής προϋπέθετε, ότι και οι δύο πλάκες ήταν εντελώς οριζόντιες, είναι αυτονόητο ότι τα σχηματιζόμενα στρώματα της μολάσσας, κατά την στιγμή του σχηματισμού τους ήταν και αυτά οριζόντια. Οποιαδήποτε κλίση παρατηρούμενη σήμερα στα στρώματα της μολάσσας, σημαίνει ότι η μολάσσα πτυχώθηκε μεταγενέστερα από την εποχή της δημιουργίας της.

Ανάμεσα στις δύο πλάκες, η μολάσσα δέχεται τεράστιες πιέσεις και τα περιεχόμενα πετρώματα θρυμματίζονται σε λατύπες, οι οποίες αργότερα, λόγω της τριβής, μετασχηματίζονται σε κροκάλες. Τα σχηματιζόμενα από αυτήν την διαδικασία κροκαλοπαγή, απαντώνται  σήμερα στην βάση των ασβεστόλιθων όλων των "ζωνών" της Ελλάδας.

Από παλαιότερους ερευνητές, τα κροκαλοπαγή αυτά είχαν θεωρηθεί ως "κροκαλοπαγή επικλύσεως". Επειδή, μάλιστα, ήταν διαδεδομένη η αντίληψη, ότι οι περισσότεροι μεσοζωικοί ασβεστόλιθοι της Ελλάδας είναι κρητιδικής ηλικίας, δημιουργήθηκε η θεωρία ότι οι ασβεστόλιθοι αυτοί ήταν "επικλυσιγενείς" και ότι αποτέθηκαν επί της σχιστοκερατολιθικής διάπλασης της Ανατολικής Ελλάδας μετά την λεγόμενη "Κρητιδική Επίκλυση". Όπως, όμως, εξηγήσαμε παραπάνω, αυτή η θεωρία είναι εντελώς λανθασμένη, διότι οι σημερινές παρατηρήσεις δείχνουν ότι οι μεσοζωικοί ασβεστόλιθοι της Ελλάδας πάντα εμφανίζονται επωθημένοι επί της σχιστοκερατολιθικής διάπλασης με οφιόλιθους, των φυλλιτών, του φλύσχη και της μολάσσας.


8. Οι μολασσικές λεκάνες της Ελλάδας.

Η πτύχωση - ορογένεση, που ακολούθησε την τεκτογένεση, ήταν γενικό φαινόμενο που επηρέασε ολόκληρο το λεγόμενο Διναροταυρικό Τόξο. Όμως, προσεκτικότερη παρατήρηση του τόξου, σε λεπτομερέστερη κλίμακα, δείχνει ότι μεταξύ των ορέων - αντικλίνων, παρεμβάλλονται περιοχές που διέφυγαν από την πτύχωση και παρέμειναν σχεδόν επίπεδες και οριζόντιες. Πολλές από τις περιοχές αυτές διατηρούν ακόμη και σήμερα την αρχική τους δομή, που προήλθε από την τεκτογένεση, δηλαδή, εκ των κάτω προς τα άνω, διακρίνουμε τις εξής βασικές ομάδες πετρωμάτων: α) οφιόλιθοι, σχιστοκερατολιθική διάπλαση και φλύσχης, β) μολάσσα, γ) ασβεστολιθικά καλύμματα, με κύριο χαρακτηριστικό ότι όλα τα στρώματα και η επιφάνεια επώθησης των ασβεστόλιθων παρέμειναν οριζόντια ή σχεδόν οριζόντια. Ως εκ τούτου, οι περιοχές αυτές αποτελούν προνομιούχες θέσεις για την μελέτη της στρωματογραφίας και της τεκτονικής της Ελλάδας. Μεταξύ αυτών των περιοχών δεσπόζουσα θέση κατέχει η λεγόμενη "Μεσοελληνική Αύλαξ".


Φωτογραφίες.


Φωτογραφία 1. Μολάσσα στην Βόρεια Νάξο, βορειοανατολικά του χωριού Εγγαρές και κοντά στην ομώνυμη λιμνοδεξαμενή, στο σημείου <627350, 4109611>. Λίγο βορειότερα, στο σημείο <629168, 4110991>, παρατηρούνται μάρμαρα επωθημένα επί της μολάσσας.
Ο εικονιζόμενος είναι ο φίλος και συνάδελφος γεωλόγος Ηλίας Νόκας.



Φωτογραφία 2. Μολάσσα στο χωριό Κάντανος της νοτιοδυτικής Κρήτης, στο σημείο <475817, 3910516>, επί του δρόμου από Χανιά προς Κάντανο. Σε γειτονικές θέσεις, επάνω από αυτόν τον σχηματισμό βρίσκονται επωθημένοι ασβεστόλιθοι και δολομίτες της ενότητας της Τρίπολης. Επίσης, σε γειτονικές θέσεις, κάτω από αυτόν τον σχηματισμό, εμφανίζεται το φυλλιτικό σύστημα της Κρήτης.



Φωτογραφία 3. Συμπαγής, συνεκτική μολάσσα αποτελούμενη από γωνιώδη ασβεστολιθικά στοιχεία, στην βόρεια - κεντρική Εύβοια, στο χωριό Σαρακίνηκο, στην θέση <473656, 4289888>.



Φωτογραφία 4. Τα ανώτατα στρώματα της μολάσσας στο χωριό Σελλες, βορείως της Ελούντας Αγίου Νικολάου Κρήτης, στην θέση <656262, 3910783>. Διακρίνονται από κάτω προς τα επάνω: α) Κίτρινες μάργες Ανώτερου Μειοκαίνου, β) Λεπτό στρώμα μαργαϊκού ασβεστόλιθου του Μεσσηνίου, γ) Κροκαλοπαγές, πάχους 1m περίπου, που ταυτίζεται με τον μυλονίτη της επώθησης των πλακωδών ασβεστόλιθων και δ) Τα στρώματα της βάσης των επωθημένων πλακωδών ασβεστόλιθων της ενότητας των Plattenkalk της Κρήτης. Το συνολικό πάχος της μολάσσας στην περιοχή αυτή είναι 80 m περίπου και κάτω από αυτήν εμφανίζεται το φυλλιτικό σύστημα της Κρήτης.



Φωτογραφία 5. Μολάσσα περιέχουσα μεγάλα τεμάχια γύψου, μεταξύ των χωριών Σκορδίλο και Χρυσοπηγή της Σητείας Κρήτης.



Φωτογραφία 6. Μολάσσα περί τα 500 m βορειοδυτικά του χωριού Μαρτίνον της Λοκρίδας, σε όρυγμα επί της Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας. Διακρίνεται η τεκτονική στρώση των λατυποπαγών. Οι λατύπες είναι ασβεστολιθικές και προέρχονται από τον θρυματισμό των  ασβεστόλιθων της Υποπελαγονικής ζώνης, που βρίσκονται επωθημένοι, μερικά μέτρα υψηλότερα, επί της μειοκαινικής μολάσσας.